Μονόλογος τιμονιού

«Η κόρη μου ταξιτζού!» Η απέχθεια στη φωνή του. Τι κατώτερο επάγγελμα για μια νέα κι όμορφη πτυχιούχο...
ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
1626 προβολές
 

Καρολίνα  Νέβελ ΦΕΒ 15. 2017
από Καρολίνα Νέβελ

Ο πατέρας μου επέμενε να πάρω το δίπλωμα.

Εγώ δεν είχα σκεφτεί ποτέ πραγματικά το ενδεχόμενο ενός αυτοκινήτου. Δεν είχα λαχτάρα για τιμόνι, ζάντες και μυρωδιά ελαστικών.

Το πήρα ως φοιτήτρια μαζί με δυο αγόρια φίλους μου γιατί όλη η παρέα πήγε. Ακολούθησα. Περίμενα ότι θα κοβόμουν την πρώτη φορά. Συνήθως το μυαλό μου τρέχει άλλου και όχι εκεί που πρέπει να προσέχω. Κόπηκα και ξαναέδωσα. Το πέρασα. Είχα γυναίκα εξεταστή, μια γυναίκα που τότε ίσως ήξερε λιγότερα από αυτοκίνητα απ όσο τώρα ξέρω εγώ. Πήρα το δίπλωμα επειδή το έκαναν και οι άλλοι. Δεν είχα ανάγκη να μετακινούμαι με αυτοκίνητο, ούτε για τα καθημερινά μου, ούτε ως ένδειξη ανεξαρτησίας όπως έκαναν οι περισσότεροι συμφοιτητές μου. Εγώ δεν το συμπαθούσα ακριβώς.

Το τιμόνι ήταν ένα καλό εφόδιο σε αντίθεση με το πτυχίο μου το οποίο αποδείχθηκε σύντομα άχρηστο. Έκανα αίτηση. Και προσλήφθηκα. Ο πατέρας μου δεν χάρηκε. Δεν ξέρω γιατί. Περίμενα ότι το να αποδείξω ότι τελικά πάλεψα την σχέση μου με το αυτοκίνητο μέχρι το σημείο να πιάσω δουλειά οδηγού θα τον χαροποιούσε κάπως. 

Η κόρη μου ταξιτζού!
 
Η απέχθεια στη φωνή του. Τι κατώτερο επάγγελμα για μια νέα κι όμορφη πτυχιούχο. Εγώ τον αγνόησα. Όσο έβγαζα το χαρτζιλίκι μου ήταν όλα καλά. Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες, ο πρώτος μήνας κόλαση. Μετά συνήθισα. 

Είτε έμαθα είτε έγιναν όλοι μου οι μήνες μια απέραντη, ξεδιάλυτη, ατελείωτη κόλαση γεμάτη βρισιές, φωνές, κορναρίσματα και παράνομα παρκαρίσματα σε σοκάκια. Αλλά θα σου πω αργότερα γι' αυτά.

Αντιμετώπιζα όλα μου τα ζητήματα με αυτή τη στάση μετριασμένου ενθουσιασμού, πράγμα που νομίζω με βοήθησε να διατηρήσω την ψυχραιμία μου σε διάφορες περιστάσεις. Δεν ήθελα να παντρευτώ αλλά δεν θα με πείραζε κιόλας. Δεν ήθελα να δουλέψω τα Σαββατοκύριακα αλλά δεν είχα και μεγάλο πρόβλημα. Δεν ήθελα τον Χρήστο και πολύ αλλά δεν με πείραζε αυτό που είχαμε.

Οι συνάδελφοι μου ήταν όλοι άνδρες, λαϊκοί και συχνά χυδαίοι. Χωρίς περιττά στολίσματα. Γύριζαν ιδρωμένοι, γεμάτοι σκόνη του δρόμου και λευκές φανέλες που μύριζαν αφτερσέιβ και τεστοστερόνη. 

Ο Χρήστος ήταν απ' αυτούς. Χριστόφορο τον έλεγαν αλλά το ''έκοβε''. Είχε κι αυτός το δικό του ταξί, το ήθελε από μικρός, με μια εικόνα του Αγίου του να ταλαντεύεται στον καθρέφτη. Ήταν από το Περιστέρι, άνδρας με πάθος και κακές συνήθειες. Κάτι τέτοιοι παλιότερα με αηδίαζαν αλλά μ' εκείνον ήταν καλά. Δεν είχαμε ανάγκη να μιλάμε συνέχεια και να επινοούμε δικαιολογίες. 

Δεν ταιριάζαμε. Αλλά ήταν μια καλή λύση για τη μοναξιά και την αποξένωση που σου δημιουργούν οι πολλές ώρες δουλειάς.

Μύριζε όπως κι εκείνοι. Στις νυχτερινές βάρδιες συναντιόμασταν για να ξεκλέψουμε κάτι γρήγορο. Γελούσα όταν σκεπτόμουν πόσα δεν ήξεραν οι επιβάτες του πίσω καθίσματος του. Αργότερα παραιτήθηκε και κάποια στιγμή που μου έκλεψαν το τηλέφωνο τον έχασα. Εντάξει, δεν είχα την πρόθεση να τον ξαναδώ. Πάντα ομως περιμένω να τον πετύχω σε κάποιο φανάρι. Δε μπορείς να χαθείς ολοκληρωτικά στην Αθήνα.

Στις νυχτερινές βάρδιες συνήθως δε σκέφτομαι πια. Τα πρωινά όλο και κάτι θα με απασχολεί, οι ειδήσεις, οι φόροι, το πρόσωπο που κάθεται πίσω. Το βράδυ σαν να κλείνω το διακόπτη. Το μυαλό μου λειτουργεί σε μια υπόγεια τάση, σχεδόν αθόρυβο σαν τους πυλώνες που μεταφέρουν το ρεύμα επάνω από τις πολυκατοικίες με το απαλό τους βούισμα. Τη νύχτα τα πρόσωπα δεν μου μιλάνε κι εγώ δεν αισθάνομαι την ανάγκη να το κάνω. 

Αναρωτιέμαι αν έτσι θα συνεχίσει η ζωή μου. Δεν είναι κακή αλλά ούτε καλή. Είναι απλά κάπως θολή, σαν φωτογραφία που πήρε φως.
Οι στιγμές μου ξεχωρίζουν -ακίνητες, κολλημένες άτσαλα με αυτοκόλλητο χαρτί. Πότε είμαι μέσα στο κάδρο και πότε τραβάω εγώ τη φωτογραφία.
Αναρωτιέμαι, αν η ζωή μου έχει τη μορφή φωτογραφικού άλμπουμ, σε τι πράγμα θα μασκαρευτεί ο θάνατός μου. Είναι μια σκέψη που μου έρχεται τις ώρες τις διπλής ταρίφας. Κάνω υποθέσεις περιμένοντας τους να μπουν, να βγουν, να κατέβουν τη σκάλα, να πληρώσουν –και καληνύχτα. 

Νομίζω ότι ξέρω. Θα είναι μοτοσικλετιστής.
Θα είναι διακόσια πενήντα και χίλια κιλά σίδερο, από εκείνα που τρέχουν στην παραλιακή. Ο θάνατος είναι ξανά καβαλάρης, όπως στα παραμύθια της γιαγιάς. Το άλογο είναι σχεδόν αόρατο. 

Είναι το μόνο για το οποίο είμαι ξεκάθαρη. Δεν θέλω μέση κατάσταση.
Αν είναι να μου συμβεί θέλω να είναι το τέρμα της κούρσας. 
Like:
13
Σχόλιο(α)
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
Αχ και να ‘ξερες παππού...
Αχ και να ‘ξερες παππού...
ΜΑΡ 14. 2016
3190
Μνήμες ιστορίας και νοσταλγίας
Η μεταμόρφωση της κάμπιας
Η μεταμόρφωση της κάμπιας
ΜΑΙ 09. 2017
3104
Λένε ότι κάποιος πεθαίνει ολοκληρωτικά μόνο όταν τον ξεχάσουμε...
Ένα αλλιώτικο ξύπνημα στις Κυκλάδες
Ένα αλλιώτικο ξύπνημα στις Κυκλάδες
ΟΚΤ 31. 2016
1315
'' ...εκεί σταμάτησε το τρεχαντήρι κι η στιγμή μαζί, που πήρε κάτι αιώνιο…απλώθηκε μες το νερό, έγινε παφλασμός, σταγόνα, απαλόηχο αγέρι, ντύθηκε μελωδία…''
Ο πρωτοετής
Ο πρωτοετής
ΣΕΠ 08. 2016
1170
Πρώτη φορά στην πρωτεύουσα και το savoir vivre
ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
comments powered by Disqus