Με την παιδεία δεν παίζει

30 ΑΥΓ 2018
Με την παιδεία δεν παίζει

Οργάνωση

Η εκπαίδευση στην Ελλάδα έχει πυραμιδική οργάνωση, από πάνω προς τα κάτω. Αυτό σημαίνει ότι η κεντρική διοίκηση και ο διευθυντής του σχολείου μεταφέρουν τις εντολές τους στους καθηγητές και εκείνοι στους μαθητές, που είναι ο τελικός και συνάμα παθητικός αποδέκτης των εντολών αυτών. Το κάθε ανώτερο επίπεδο καλύπτεται πίσω από ασαφείς νομοθεσίες, που δεν γνωρίζουν πολλές φορές ούτε οι ίδιοι οι λειτουργοί του. Μέσα σε αυτή την οργάνωση, προτεραιότητα είναι να κάνουν όλοι “σωστά” την δουλειά τους μέσα στο πλαίσιο που τους έχει οριστεί, αφήνοντας τελευταία την ουσιαστική εκπαίδευση των μαθητών. 

Αυτή η οργάνωση είναι ιδανική για την δημιουργία ενός συστήματος ελεγχόμενου και κατευθυνόμενου από το κράτος, αλλά όχι από τους μαθητές, ούτε και γι’ αυτούς,  οι οποίοι καλούνται να εφαρμόσουν παθητικά εντολές και να αναπαράγουν μία γνώση, που δεν είναι απαραίτητα επικαιροποιημένη και συνήθως ελάχιστα ενδιαφέρουσα για τους ίδιους. Πολλοί υποστηρίζουν ότι με αυτόν το τρόπο η εκπαίδευση γίνεται ευέλικτη και ανταποκρίνεται πιο αποτελεσματικά στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Σήμερα όμως, οι εξελίξεις σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο είναι τόσο ραγδαίες που είναι πολύ δύσκολο να γίνει ακριβής πρόβλεψη αναγκών στην αγορά εργασίας μακροπρόθεσμα. Αυτό σημαίνει ότι οι ανάγκες της αγοράς κινούνται πολύ πιο γρήγορα από την παραγωγή και εκπαίδευση επαγγελματιών. Μήπως η πρωτοβάθμια κυρίως εκπαίδευση, θα πρέπει να εφοδιάζει τα άτομα με τις κατάλληλες ικανότητες που είναι απαραίτητες για να λειτουργήσουν στην σύγχρονη κοινωνία αντί να τους βομβαρδίζει με όγκο γνώσεων; Οπότε πόσο σκόπιμο είναι για τους μαθητές, αλλά και για την κοινωνία, να κατευθύνουμε την εκπαίδευση με βάση αυτό το κριτήριο;  Η τρέχουσα αντίληψη της εκπαίδευσης έχει δύο άμεσα αποτελέσματα, τα οποία θα πρέπει να λάβει υπόψιν.

 

Εκπαίδευση και επάγγελμα

Κανένας απόφοιτος σχολής δεν είναι έτοιμος επαγγελματίας, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η σχολή έχει πρόσβαση στις πιο έγκυρες και έγκαιρες γνώσεις του κλάδου. Σήμερα οι επαγγελματίες πρέπει είναι συνεχώς εκπαιδευόμενα άτομα, αναβαθμίζοντας συνεχώς την θεωρητική και την εμπειρική τους γνώση, να προσαρμόζονται σε διαφορετικά περιβάλλοντα και να επικοινωνούν με διαφορετικές κουλτούρες. Επίσης, τα περισσότερα επαγγέλματα απαιτούν εξειδίκευση, η οποία διαφέρει από εργοδότη σε εργοδότη. Η εξειδίκευση αυτή θα πρέπει να είναι ζητούμενη και παραγόμενη και από τους εργοδότες, που θα επιδιώκουν να παράγουν διαφοροποιημένα και ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Για παράδειγμα, μια φοιτήτρια τουριστικών επιχειρήσεων, που μαθαίνει δύο εταιρείες και διαφορετικές γλώσσες και ένα πρόγραμμα διαχείρισης πελατών, είναι αδύνατον να μπορεί να εργαστεί σε όλα τα ξενοδοχεία, εξαιτίας της διαφορετικής τους υποδομής, αλλά και της εθνικότητας της πελατείας που εξυπηρετούν. Επίσης, το κάθε ξενοδοχείο, στην προσπάθειά του να διαφοροποιηθεί, παρέχει διαφορετικές υπηρεσίες που μέρος τους πιθανόν να είναι και οι ιδιαιτερότητες εξειδίκευσης του προσωπικού.  Αυτό συνεπάγεται ότι ένας φοιτητής πριν ακόμη επιλέξει το πανεπιστήμιό του, το επάγγελμά του, και την εξειδίκευσή του, θα πρέπει να αποφασίσει σε ποια επιχείρηση πρόκειται να εργαστεί προκειμένου να προετοιμαστεί αποκλειστικά γι’ αυτήν. Αυτό όμως είναι πρακτικά αδύνατο και ίσως και άσκοπο. Αντίθετα, αυτό που είναι σκόπιμο, είναι να συνειδητοποιήσει από την στιγμή της απόφασής του να εκπαιδευτεί σε κάποιο ίδρυμα ότι δημιουργεί και χτίζει ένα προϊόν, ένα μοναδικό brand, αποτελούμενο από τις γενικές γνώσεις, τις εξειδικευμένες γνώσεις, τα ενδιαφέροντα και τις ιδιαίτερες ικανότητές του, το οποίο και θα πρέπει να πουλήσει αργότερα. Αυτό το brand είναι ο ίδιος του ο εαυτός, είναι το σύνολο των μοναδικών  πλεονεκτημάτων που έχει συγκεντρώσει και τα οποία πρόκειται να προσφέρει στον μελλοντικό εργοδότη του. Συνεπώς, αυτό που πρέπει να επιδιώξει είναι να αναπτύξει μία ισχυρή ταυτότητα που θα αποτελείται από τα καλύτερα στοιχεία του, ικανότητες και τάσεις που έχει αποκτήσει. Αυτό το brand θα πρέπει να είναι τόσο μοναδικό και διαφοροποιημένο, δυναμικό αλλά και με τέτοια αξία που να είναι αναγνωρίσιμη από τον μελλοντικό αγοραστή. Τα χαρακτηριστικά του θα πρέπει φυσικά να είναι επίκαιρα αλλά ο συνδυασμός τους θα πρέπει να είναι μοναδικός.

Ποιός είναι ο ιδανικότερος τρόπος για να επιλέξει κάποιο άτομο τι θέλει να γίνει; Από πολύ μικροί, ρωτάμε τα παιδιά μας τι επάγγελμα θέλουν να κάνουν. Τα περισσότερα παιδιά απαντούν κάποια επαγγέλματα τα όποια είναι λίγο πολύ τα ίδια. Αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος, δάσκαλος, μηχανικός αυτοκινήτων, αστροναύτης, γιατρός ή ίσως κάποιο άλλο επάγγελμα το οποίο εξασκούν οι γονείς τους. Έτσι, η εκπαίδευση που λαμβάνουν πριν ακόμη πάνε στο σχολείο, είναι γεμάτη στερεότυπα, αφού εάν γίνεις αρχιτέκτονας θα βγάζεις πολλά λεφτά, εάν γίνεις γιατρός θα σώσεις κόσμο, εάν γίνεις δάσκαλος θα έχεις μόνιμη δουλειά ή κάπως έτσι. Ωστόσο κανένα παιδί και πολλές φορές ούτε οι γονείς, δεν γνωρίζουν τι σημαίνει να είσαι αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος, ή μηχανικός αυτοκινήτων. Αντίστροφα, όταν κάποιο παιδί χαίρεται όταν βλέπει αυτοκίνητα για παράδειγμα, τότε στερεοτυπικά ταυτίζουμε αυτή την προτίμηση με ένα επάγγελμα που σχετίζεται με τα αυτοκίνητα, χωρίς να αναζητείται το αίτιο που εξιτάρει το παιδί για τα αυτοκίνητα. Είναι η κίνηση, ο σχεδιασμός, η ταχύτητα, η χρήση ή κάτι άλλο; Ο προσδιορισμός του στοιχείου που ενθουσιάζει το παιδί είναι σημαντικός, αφού μπορεί να εκφράσει την τάση που μπορεί να έχει, αλλά και να οδηγήσει σε τελείως διαφορετικές επαγγελματικές κατευθύνσεις. 

Συνεπώς, ποιά είναι η σωστή ερώτηση που θα πρέπει να κάνουμε στα παιδιά; Είναι τι σου αρέσει να κάνεις, και όχι τι επάγγελμα θέλεις να εξασκήσεις. Με άλλα λόγια τόσο οι γονείς, όσο κυρίως το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να διαγνώσει, να αναγνωρίσει και αναπτύξει τις ιδιαίτερες τάσεις, προτιμήσεις και ικανότητες που ο κάθε άνθρωπος έχει. Αρχικά, θα πρέπει το κάθε άτομο να έχει πρόσβαση σε ένα μεγάλο φάσμα των επιλογών, ευκαιριών και δοκιμών ώστε να μπορέσει να ανακαλύψει τις δυνατότητές του. Αντίθετα με αυτό, το εκπαιδευτικό σύστημα δημιουργεί στερεότυπα, ή αν θέλετε πρότυπα, τα οποία από πολύ μικρή ηλικία προκαταβάλλουν, επηρεάζουν και κατευθύνουν το άτομο. Επίσης, η ίδια η οργάνωση της εκπαίδευσης δεν επιτρέπει την διαφορετικότητα. Όλοι μαθητές πρέπει να μάθουν και να εξεταστούν σε συγκεκριμένα μαθήματα και ύλη τα οποία ελάχιστα από αυτά εμπίπτουν στα ενδιαφέροντα των μαθητών. Έτσι μαθητές ξεκινούν από την ίδια αφετηρία για να καταλήξουν στον ίδιο τερματισμό, ακολουθώντας την ίδια πορεία. Αυτό σημαίνει ότι η γνώση ομογενοποιείται και οι προσωπικότητες πολτοποιούνται. Ένα παιδί το οποίο έχει μία τάση  στον λόγο, με ένα παιδί το οποίο έχει μία τάση στο σχέδιο θα συγκριθούν με τα ίδια κριτήρια και στα ίδια αντικείμενα. Το αποτέλεσμα είναι ότι και τα δύο θα καταπιέσουν τις ιδιαίτερες ικανότητες που έχουν για να μπορέσουν να πετύχουν αποτελέσματα σε ικανότητες που δεν έχουν, προκειμένου να προσαρμοστούν στον μέσο όρο. Τελειώνοντας την εκπαίδευσή τους είναι πολύ πιθανόν κανένας από τους δύο να μην έχει καταφέρει να ανακαλύψει και αναπτύξει τις ιδιαίτερες ικανότητες του, τις τάσεις του αλλά και τα πράγματα που τον εμπνέουν με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κτίσει το δικό του μοναδικό brand αξιοποιώντας τα μοναδικά του χαρακτηριστικά. Έτσι το εκπαιδευτικό σύστημα επικοινωνεί από νωρίς έναν όγκο γνώσεων, ενώ δεν καλλιεργεί καθόλου την επικοινωνία, την συνεργασία, την πρωτοβουλία την κριτική ικανότητα και άλλες ικανότητες, αξίες και ιδανικά που είναι απαραίτητα για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί ο άνθρωπος στην σύγχρονη κοινωνία.  Με αυτό τον τρόπο παράγονται “μέτριοι” άνθρωποι σε επίπεδο επαγγελματικών ικανοτήτων αλλά και προσωπικότητας. Αυτοί θα μπορέσουν να αξιοποιηθούν σαν πασπαρτού, προσφέροντας μια τετριμμένη εργασία που δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί και συνεπώς δεν μπορεί να διεκδικήσει αμοιβές, αλλά θα είναι ικανοποιημένοι με τα μέτρια που τους προσφέρονται. Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις στελεχώνονται από νέα άτομα που δεν μπορούν να τους προσφέρουν την τεχνογνωσία εκείνη που θα τις διαφοροποιήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές στην αγορά.

Τα αποτελέσματα από μία τέτοιου είδους εκπαίδευση, εκτός από εκείνα στην επαγγελματική ζωή, τα οποία μόλις αναφέραμε, είναι αισθητά και σε άλλες εκφάνσεις στην ζωή του σύγχρονου ανθρώπου όπως στην κοινωνική και στην πολιτική τους συμπεριφορά. Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να υιοθετούν έναν ομογενοποιημένο τρόπο συμπεριφοράς, χάνοντας την ικανότητα της πρωτοβουλίας και την κριτικής σκέψης. Με αυτό τον τρόπο είναι ευκολότερη η διαχείριση της συμπεριφοράς τους και πιο προβλέψιμη η αντίδραση τους σε συγκεκριμένα ερεθίσματα.

Βασικές Αρχές

Πολλές γνώμες, πολλές υποσχέσεις, πολλοί αγώνες έχουν γίνει εν ονόματι της παιδείας. Για την δημιουργία μιας πιο αποτελεσματικής εκπαίδευσης, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τις  επτά αρχές* της εκπαίδευσης που εκφράστηκαν στο τέλος του 20ου αιώνα.

  1. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα θα πρέπει να ανανεώνονται περιοδικά, ώστε να περιλαμβάνουν γνώσεις και ανάπτυξη δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες από την κοινωνία σε παρόντα χρόνο. Κάθε προσθήκη θα πρέπει να αντισταθμίζεται από κάποιες απαλείψεις. 
  2. Η εκπαίδευση πρέπει να ευνοήσει όλες τις διδασκαλίες που είναι κατάλληλες να προσφέρουν έγκυρους τρόπους σκέψης και τη δυνατότητα εφαρμογής μαθήσεων, κατάλληλων να τις εγκολπωθούν οι μαθητές. 
  3. Ευέλικτα προγράμματα τα οποία θα προσαρμόζονται στις ανάγκες τόσο της εποχής, όσο και των μαθητών. Ανοικτά σε επεξεργασία και προσαρμογές σε συνεργασία με τους καθηγητές με μία κάθετη διασύνδεση και όχι επιβαλλόμενα από πάνω προς τα κάτω. Αυτό αφορά τόσο τις ειδικότητες, όσο και το ευρύτερο σύνολο των διδασκόμενων γνώσεων. 
  4. Η κριτική εξέταση των περιεχομένων οφείλει πάντοτε να συνδυάζει δύο μεταβλητές: Πόσο το γνωστικό αντικείμενο είναι απαραίτητο, και πόσο είναι μεταβιβάσιμο. Εξαιτίας της πεπερασμένης δυνατότητας τόσο της αφομοίωσης των γνώσεων όσο και της κατάρτισης των εκπαιδευτικών η επιλογή των γνώσεων θα πρέπει να είναι προσεκτική, ώστε να είναι αποτελεσματική. 
  5. Ο όγκος της γνώσης θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με εκείνον τον όγκο που μπορούν να αφομοιώσουν οι μαθητές. Σαφής διάκριση των προαιρετικών μαθημάτων από τα μαθήματα επιλογής, περισσότερες εναλλακτικές μαθημάτων ώστε να προσεγγίζουν τις τάσεις και τα ενδιαφέροντα των μαθητών. Παράλληλα με την κύρια μορφή διδασκαλίας, εναλλακτικές μορφές θα πρέπει να υιοθετηθούν. Συνδιδασκαλίες, πρακτικές εφαρμογές, ερευνητικά projects, οι οποίες θα αναπτύσσουν τις δεξιότητες και τις ικανότητες τόσο των μαθητών, όσο και των καθηγητών που θα πρέπει να προσαρμόζονται, να συνεργάζονται μεταξύ τους και να διερευνούν συνεχώς τόσο τις γνώσεις τους, όσο και την αγορά. 
  6. Συλλογική παράδοση μαθημάτων από καθηγητές διαφορετικών ειδικοτήτων. Μία αναθεώρηση της παραδοσιακής διδασκαλίας. Οι καθηγητές θα πρέπει να ενθαρρύνονται να συντονίζουν τις δραστηριότητές  τους, οργανώνοντας, για παράδειγμα, συνεδριάσεις εργασίας για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με το περιεχόμενο και τις μεθόδους διδασκαλίας. 
  7. Η συνοχή της διδασκαλίας θα πρέπει να συνδυάζεται με την προσπάθεια για την ισορροπία και την ενσωμάτωση των διαφορετικών ειδικοτήτων και επομένως των διαφόρων μορφών ποιότητας. Η πρόσβαση στην επιστημονική μέθοδο θα πρέπει να περνά μέσα από την εκμάθηση της στοιχειώδους λογικής και την κατάκτηση των τρόπων σκέψης, της τεχνικής και των γνωστικών εργαλείων, καλλιεργώντας την κριτική σκέψη, την λογική και τον αναστοχασμό. 

*Πηγές: Ο Πολίτης 48 (13.2.1998): 18-22