Εξόδιος

Αναθυμάται τον τελευταίο τους καιρό, να καλαμπουρίζουνε για το ποιος θα φύγει πρώτος.Και να που τώρα αυτός έμεινε πίσω.
ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
1713 προβολές
 

Λευτέρης Κουγιουμουτζής ΟΚΤ 14. 2017
από Λευτέρης Κουγιουμουτζής

 

Ενενήντα τριών ήτανε η μακαρίτισσα. 
Καλοζωισμένη, με τα παιδόγγονά της, τώρα στα ύστερά της είχε καταπέσει λιγάκι• κάνα δυο χρόνια, μη φανταστείς, και χρειαζότανε συνδρομή ακόμα και για τα στοιχειώδη.Και ξέρεις τι λένε σ’ αυτές  τις περιπτώσεις. «Μακάρι να φτάσουμε τα χρόνια της», «την έζησε τη ζωή της», «ξεκουράστηκε πια η καημένη», «σα φτάνει ο άνθρωπος να μην εξυπηρετείται, καλό είναι να φεύγει». Κόσμο πολύ είχε στην εκκλησία. Την αγαπούσανε οι άνθρωποι, γλυκομίλητη και φρόνιμη ήτανε σ’ όλο της το βίο, κακιά κουβέντα δε βρέθηκε να πει ποτέ κανένας για ελόγου της. 

Ξεκίνησε ο παπάς την εξόδιο, έπνιγε πού και πού κανένα δάκρυ το συγγενολόι, παρηγορούσανε οι μαυροφορεμένες, πιάσανε την ψιλοκουβέντα οι άντρες στο περιαύλιο, δεν ήτανε δα και πολύ βαρύ το πένθος. 
Ενενήντα τριών η μακαρίτισσα, από μέρα σε μέρα την περιμέναμε.
 

Όμως γι’ αυτόν, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε σημασία.

Καθηλωμένος από μήνες στο καρότσι του, κύλισε τώρα ίσαμε την πλαϊνή πόρτα της εκκλησιάς και βλέπει όλη του τη ζήση να κείτεται άψυχη παρέκει. Τρέχουνε τα κατακόκκινα μάτια του, στερεύουνε οι λέξεις απ’ το στόμα του, σφαλίζουνε τ’ αυτιά του στις πονετικές κουβέντες των ανθρώπων. Μηχανικά σηκώνει το χέρι του στη χαιρετούρα• θαρρείς το βλέμμα του πως ταξιδεύει κιόλας σ’ έναν κόσμο αλαργινό, αναζητώντας εκείνο το μοναδικό ζευγάρι μάτια απ’ όλα μες στην εκκλησιά που πια δεν είναι μπορετό να τον κοιτάξει. 

Αναθυμάται τον τελευταίο τους καιρό, σιμά σιμά στα ντιβανάκια τους στο σαλονάκι, να καλαμπουρίζουνε για το ποιος θα φύγει πρώτος.
Και να που τώρα αυτός έμεινε πίσω. 
Κι αυτή, δε θα γυρίσει σπίτι απόψε, για πρώτη φορά μετά από εβδομήντα χρόνια.
Και κάθε που θα στρέφει το βλέμμα του, θα είναι αδειανό το διπλανό το προσκεφάλι.
Μετά από εβδομήντα χρόνια.
Ξέρεις τι πάει να πει εβδομήντα χρόνια;

Η μόνη σκέψη που θα τον κρατά, θα ‘ναι πως δε μπορεί, σήμερα-αύριο, θα πάει κι αυτός να πλαγιάσει σιμά της• πως δε θα κρατήσει για πολύ ετούτη η πνιγηρή μοναξιά.
Η μόνη σκέψη που θα τον κρατά και θα τον αποδιώχνει. 

Τελείωσε η εξόδιος, συλλυπηθήκαν κι οι τελευταίοι παρευρισκόμενοι, κεραστήκανε το αμυγδαλωτό τους και τράβηξε ο καθείς στο δρόμο του.
Μα αυτός απόμεινε μετέωρος και δίχως δρόμο να τραβήξει.
Like:
7
Σχόλιο(α)
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
"Ελπίδα''
ΦΕΒ 08. 2016
2531
Ιστορίες ζωής από μια Ελληνίδα ναυαγοσώστρια στην Λέσβο
Η γιαγιά και ο Ντοστογιέφσκι
Η γιαγιά και ο Ντοστογιέφσκι
ΟΚΤ 18. 2018
1075
Η γιαγιά μου πέθανε όταν βρισκόμουν στις πρώτες σελίδες
Μη ξεχνάς την χρυσόσκονη
Μη ξεχνάς την χρυσόσκονη
ΔΕΚ 13. 2016
1976
'' Όταν η οικογένεια ήταν ακόμα ενωμένη και τα παιδιά μικρά, οι μέρες των Χριστουγέννων ήταν μεν κουραστικές αλλά ήταν απέραντα μαγικές ''
Η ιστορία της μαρτυρικής Βιάννου
Η ιστορία της μαρτυρικής Βιάννου
ΙΟΥΝ 02. 2017
13514
«Οι γυναίκες άνοιξαν ομαδικούς τάφους και έθαβαν τους νεκρούς τους. Όμως ο τρόπος ταφής ήταν πλημμελής και τα σκυλιά τη νύχτα ξεθάβανε τους νεκρούς...»
ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
comments powered by Disqus